Το κινημα αμφισβητησης του ’60, που ανετρεψε παραδεδεγμενες δομες στις πασης φυσεως συνιστωσες των δυτικων κοινωνιων, δεν φαινεται να ξεπεταχτηκε ετσι τυχαια, παρολο που ειχε όλα χαρακτηριστικα ενός βιαιου και, ενδεχομενως, ανεξελεγκτου σεισμικου κυματος…
Απ την άλλη, είναι αδυνατο να προσδιοριστει ένα «ιστορικο ξεκινημα», μια πρωτη εκρηξη που να σηματοδοτει την εναρξη αυτης της επαναστασης, όπως ας πουμε, η αλωση της Βαστιλης, που καθοριζει την απαρχη της Γαλλικης επαναστασης.
Κι ακομα περισσοτερο, δεν μπορει κανεις να εντοπισει ηγετικες προσωπικοτητες, που το πνευματικο τους εργο ή η δραση τους, να πει ότι αποτελουν τον πυρηνα αυτου του επαναστατικου κινηματος, παροτι η εξαπλωση του στις Ηνωμενες Πολιτειες και στις Ευρωπαίκες χωρες ηταν πολυ πιο εκτεταμενη [και ισως πιο ριζικη σε επιπεδο κοινωνικοψυχολογικων ανατροπων] απ ότι οι τρεις προηγουμενες μεγαλες επαναστασεις – η Αμερικανικη, η Γαλλικη και η Σοβιετικη…
Ασφαλως και υπηρξαν ξεχωριστες [αλλα όχι απαραιτητα ηγετικες] φυσιογνωμιες, που τα εργα τους συνταραξαν τη γεννια τους, όπως για παραδειγμα ο Αλλεν Γκισνμπεργκ και ο Τζακ Κερουακ στη λογοτεχνια beat, ο Μαρτιν Λουθερ Κινγκ και ο Μαλκολμ Χ στα κινηματα των μαυρων, ο Βιλελμ Ραϊχ στο μεγα ζητημα της σεξουαλικης απελευθερωσης, ο Ροναλντ Ντ. Λαινγκ στις εναλλακτικες ψυχιατρικες θεραπειες, ο Νανιελ Κον Μπετιτ στην εξεγερση του Μαη του 68 στο Παρισι, ο Τζιμ Μορισον και ο Τσαρλι Παρκερ στη μουσικη, ο Καρλος Καστανιεντα στη αναζητηση μια διευρυμενης συνειδησης, μεσω, των ιερων μανιταριων και του χυμου του κακτου Πεγιοτ και τοσες και τοσοι αλλοι, ωστοσο για κανεναν τους δεν μπορουμε να πουμε ότι αποτελεσε τον κυριο αξονα του κινηματος αμφισβητησης.
Το κινημα αμφισβητησης του 60 και ο προδρομος του, οι beatniks στην Αμερικη της δεκαετιας του 50, φαινεται σαν να είναι το συλλογικο δημιουργημα μιας ολοκληρης γεννιας - γι αυτό ισως και αποδειχτηκε τοσο πολυπλευρο…
Θα ελεγα μαλιστα ότι ενα από τα πιο ξεχωριστα χαρακτηριστικα αυτης της «συνειδησιακης επαναστασης», που την αντιδιαστελλει από κάθε προηγουμενη της, είναι ακριβως η απεραντη πολυχρωμια της και η πανταχου παρουσα αμφισβητηση, που επεκταθηκε σε κάθε επιμερους τομεα της συλλογικης και της ατομικης συνειδησης.
Από τον τεχνητο θανατο και το βολεμα της αστικης οικογενειας [μπαμπας, μαμα, παδια κι απο γυρω το αγρυπνο ματι της «κονωνιας»] ως τα πιο σκοτεινα βαθη της ανθρωπινης υποστασης, που ερχονται στο φως μεσα από το εγκλημα [συλλογικο ή ατομικο, όπου δεν εξαιρειται ο πολεμος] τη βια και την τρελα.
Από την εξεγερση εναντια στη λογοκοπια «Τους πολεμαμε για το καλο τους», που ισοπεδωσε τα μισα δαση της Κορεας και του Βιετναμ, ως την αμφισβητηση του ιδιου του μοντελου της δυτικης κοινοβουλευτικης δημοκρατιας, που ωθει τον ανθρωπο σε μια εξωφρενικη καταναλωτικη μανια, αφου δεν εχει να του παρουσιασει καμια πειστικη προταση για τον «χαρτη της ζωης του».
Το κινημα αμφισβητησης του 60 ζητησε να τα αλλαξει όλα και να τα αλλαξει «εδώ και τωρα».
Με πρωταγωνιστη μια ολοκληρη γεννια…
Αν θελουμε λοιπον να ανιχνευσουμε τις ριζες αυτης της υπεροχης φουρνιας, καλλιτεχνων, ακτιβιστων, εξεγερμενων και ασυμβιβαστων, που στην ουσια ανετρεψε τα παντα σε διαστημα μιας εικοσαετιας [από τις αρχες της δεκαετιας του 50, ως τις παρυφες του 70, όπου οι πιο δυναμικες συνιστωσες του κινηματος βυθιστηκαν στην εμπορευματοποιηση, στην απομακρυνση, στη Νιρβανα, στην τρελα και στην πρεζα] θα πρεπει να ξεκινησουμε από τα ρημαγμενα τοπια του μεταπολεμικου κοσμου, αμεσως μετα το αμφιβολο περας του πιο αματηρου πολεμου της ιστοριας…
ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 50 – Η ΓΕΝΝΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ
Όταν οι εντολοδοχοι του αυτοκρατορα Χιροχιτο υπεγραφαν τη συμφωνια παραδοσης της Ιαπωνιας, στη ναυαρχιδα του αμερικανικου στολου του Ειρηνικου, παρουσια του Νταγκλας Μακ Αρθουρ, ο οποιος ειχε δηλωσει ότι η νικη των «συμμαχων» σ αυτόν τον πολεμο ηταν μα νικη του φωτος εναντι του σκοτους, ηδη στα ερειπια του Βερολινου, οι πρωην συμμαχοι ετοιμαζαν τα νεα τους οπλοστασια, ενοψει της εναρξης του Γ΄Παγκοσμιου πολεμου.
Η αερογεφυρα των Αμερικανων ειχε καταφερει να διαθρεψει χιλιαδες αποκλεισμενους Βερολινεζους, από τον Κοκκινο Στρατο, εξασφαλιζοντας ένα μινιμουμ ποσο 1800 θερμιδων την ημερα, κατ ατομο, διατροφικη αξια που ξεπερνουσε τις προσδοκιες ενός μεσου Γαλλου οικογενειαρχη, που όπως ολοι σχεδον οι Ευρωπαιοι, συμπεριλαμβανομενων των αδιαφιλονικητων νικητων του Χιτλερ, τους Εγγλεζους, επρεπε να περιορισουν τη διατροφη τους σε έναν μεσο ορο 1200 θερμιδων την ημερα, ενώ ταυτοχρονα, προσπαθουσαν να ξαναστησουν τους βασικους μηχανισμους επιβιωσης στις χωρες τους, που τις ειχε ρημαξει ο πολεμος…
Οι χτεσινοι εχθροι ειχαν προτεραιοτητα διασωσης απεναντι στον νέο εχθρο.
Τους κοκκινους του Σταλιν…
Και μεσα σ αυτό τον ορυμαγδο των ερειπιων, που εκτος από ζωες και κτιρια, συμπεριλαμβαναν και ολους τους κωδικες αξιων του δυτικου ανθρωπου, που τριαντα τοσα εκατομμυρια νεκροι ενός αδυσωπητου πολεμου αναζητουσαν την μετα θανατον δικαιωση τους, η Σοβιετικη Ενωση ανακοινωσε ότι ηδη ειχε εκτελεστει με επιτυχια η πρωτη δοκιμη ατομικης βομβας και στο αμεσο μελλον, η Μοσχα θα ειχε στην κατοχη της την ασυγκριτα πιο εφιαλτικη θερμοπυρηνικη βομβα.
Δημοκρατιες, εναντιον υπαρκτου Σοσιαλισμου και αντιστροφα, ησαν ετοιμες να αξιοποιησουν την τελευταια λεξη της επιστημης των λευκων - τους διηπειρωτικους πυραυλους και την αλυσιδωτη αντιδραση της διασπασης των πυρηνων. Σε έναν νέο πολεμο που ολοι περιμεναν ότι θα ξεσπουσε απανω στα ερειπια της Ευρωπης, πριν καν προλαβουν να αναδιπλωθουν οι σημαιες του προηγουμενου [οι αποστρατευσεις αμερικανων κληρωτων, δυο χρονια μετα τη συνθηκολογηση της Ιαπωνιας, δεν ειχαν ακόμα ολοκληρωθει, ενώ στρατιωτικο υλικο και αρματα μαχης Σερμαν, παρατασσονταν στις πεδιαδες της Γερμανιας, αντικρυ στον εξισου πανοπλο κοκκινο σρατο]
Με τη διαφορα ότι τουτος ο πολεμος, όταν θα ξεσπουσε, θα ηταν κατά πασαν πιθανοτητα ο τελευταιος της ανθρωποτητας…
Η γεννια του 50 βιωνε μια πρωτογνωρη συνειδησιακη κατασαση, εν μεσω μιας παγκοσμιως χρεωκοπημενης πολιτικης, όπου ο ολεθρος δυο ολοκληρωτικων πολεμων δεν φαινονταν αρκετος για να πεισει τους ανθρωπους ότι αυτό που προεχει ειναι να μεινεις ζωντανος.
Ηταν ισως η πρωτη γεννια του νεωτερικου κοσμου, αν αυτόν τον οριοθετησουμε μετα την επικρατηση της Γαλλικης επαναστασης και την διαδοση των ιδεων του Διαφωτισμου, που, αντι να βιωνει τη φρικη ενος πολεμου, βιωνε τον αρχεγονο και υπουλο τρομο μιας θνησκουσας ειρηνης.
Με ολες τις αξιες της χρεωκοπημενες…
Και δεν ηταν μονο ο τρομος [ατομικος και συλλογικος] ενός επερχομενου συλλογικου ολοκαυτωματος, που ο πολεμος της Κορεας και οι λεονταρισμοι εκατερωθεν εφερναν ολοενα και πιο κοντα – ηταν κυριως και πανω απ όλα αυτη η παγερη αισθηση του να ζεις «εξω από κάθε νοημα», η μιζερια του να «εισαι στον κοσμο», μετα την πληρη εκπτωση ολων εκεινων των δικτυων αξιων, της οικογενειας, της κονωνικης καταξιωσης, της σημασιας της εργασιας, των ιδεολογικων και θρησκευτικων δομων, που προσεδιδαν στους πολιτες της Δυσης έναν συνεκτικο και αναγνωρισιμο ιστο, του να «αξιζει να ζεις μεσα στον κοσμο»
Για τη γεννια του 50, που δυο διαδοχικοι παγκοσμοι πολεμοι ειχαν εξεφτελισει ακόμα καιτην εννοια της ανθρωπινης ζωης, το «να εισαι εδώ» στερουνταν νοηματος.
Και αναζητησαν ένα «Αλλου»
KEEP UP WITH THE JONES
Η χρεωκοπια των ιδεων στον δυτικο κοσμο, δεν φαινεται πουθενα πιο ξεκαρδιστικη και αδυσωπητη απ αυτή την παροιμιωδη εκφραση, που δεσποζε στην αμερικανικη οικογενεια των αρχων του 50.
Jones ηταν το αμερικανικο αντιστοιχο του «ο κ. Παπαδοπουλος», ο μεσος ανθρωπακος, ο γειτονας.
Keep up with the Jones σημαινει επακριβως «να πηγαινεις με τον γειτονα», να συμβαδιζεις δηλαδη με τον μεσο ορο. Να καμεις κατι επειδη το καμουν και ολοι οι αλλοι…
Εν ολιγοις, οταν πηγαινες να ρωτησεις τη μαμα σου – «Γιατι μαμα δεν πρεπει να ξεπαρθενιαστω από τα δεκαπεντε μου;» ή «Γιατι μαμα δεν πρεπει να χωρισω από τον αντρα μου» ή «γιατι μαμα να μην απαιτησω κι εγω να το ευχαριστιεμαι στο σεξ;» ή όταν, ακόμα χειροτερα ρωταγες τον μπαμπα σου - «Γιατι μπαμπα να παω να δουλεψω στο βενζιναδικο για ένα πιατο φασολια;» ή «γιατι μπαμπα δεν πρεπει να αφησω τα μαλλια μου μακρια και να ξενυχταω ακουοντας μπιμποπ…» η πιθανοτερη απαντηση που θα επαιρνες ηταν «Γιατι ετσι το κανουν ολοι!»
Ή το άλλο, το ανεκδιηγητο…«αν το καμεις αυτό, τι θα πουνε οι γειτονες!»
Ελειπε μια πειστικη εξηγηση για τις σημασιες της ζωης και φυσικα, ελειπε το αδιαφιλονικητο κυρος του «ποιος δινει αυτή την εξηγηση»
Γιατι ο μπαμπας και η μαμα, ειχαν χασει τον μπουσουλα και η μαμα δεν μπορουσε να κρυψει ότι επαιρνε βαλιουμ για ν αντεξει μια ζωη χωρις οργασμους, ουτε ο μπαμπας μπορουσε να δικαιολογησει τη λογοκοπια των ηγετων του, που τον ειχαν στειλει στην Κορεα με το εξωφρενικο «τους πολεμαμε για το καλο τους» - όταν αυτό το υποτιθεμενο «καλο» ειχε ισοπεδωσει τα μισα δαση της Απω Ανατολης, ουτε κανενας από τους καραγκιοζηδες των δελτιων ειδησεων της τηλεορασης, που χειραγωγουσαν το Εθνος να μαθει να θεωρει εθνικο το Αμερικανικο ονειρο, τη στιγμη που εκατομμυρια αμερικανοι πολιτες διαβιουσαν σε γκεττο, επειδη η επιδερμιδα τους ειχε μαυρο χρωμα.
Δεν χρειαζονταν να εισαι μαυρος για να φρικιασεις στη θεα των κρεμασμενων νεγρων, μετα κομμενα αρχιδια τους στο στομα, που προβαλαν καθημερινως τα καναλια του Νοτου, ουτε να εχεις μελετησει τη σχολη της Φραγκφουρτης για να αντιληφθεις ότι «εκατονταδες τηλεοπτικοι σταθμοι και διακοσια εκατομμυρια τηλεθεατες, μας εχουν μετατρεψει σε ένα εθνος μπανιστηρτζηδων».
Αρκει να μην ησουν «νεκρος».
Όπως η μαμα σου και ο μπαμπας σου, που ειχαν αναγαγει σε μοναδικο αξιωμα της ζωης τους το «τι καμουν οι αλλοι…»
[Κατι που φυσικα τους το υπεβαλλε το «ωραιο και μεγαλο ναρκωτικο του Κρατους» – η Τηλεοραση]
Και βεβαια, οποιαδηποτε συγκριση με την δικη μας εποχη, όπου το keep up with the Jones, επεστρεψε ως «μοντελο ζωης», δεν δειχνει παρα την παρουσα εκπτωση αξιων, λιγες δεκαετιες μετα την εξεγερση μιας ολοκληρης γεννιας, που αναζητησε αυθεντικες και πειστικες ερμηνειες γυρω από τη ζωη, τον ερωτα,την οικογενεια, την εξουσια, τον πολεμο, την ευτυχια, την ικανοποιηση και τον σεβασμο του να εισαι ανθρωπος.
Αν όμως το να εισαι Ζωντανος, σημερα είναι μαλλον τηλεοπτικο τρυκ, στη δεκαετια του 50, οδηγησε σε μια νεα αντιληψη για τα πραγματα, που εκφραστηκε μεσα από τη γεννια ΒΕΑΤ…
Η ΓΕΝΝΙΑ BEAT – ΟΙ ΧΙΠΣΤΕΡΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΠΗΤΝΙΚΣ
Ο χιπστερ, προαγγελος και, κατά αντιδιαστολη, προδρομος του μπητνικ, ξεπηδησε αρχικα μεσα από τα γκετο των μαυρων. Aνεργος απελπισμενος, που ξημεροβραδυαζονταν στις λεωφορους των κακοφημων περιοχων της Νεας Υορκης, αποδιωγμενος από την κοινωνια των λευκων, απαλλαγμενος από κάθε ειδους ενοχη για έναν κοσμο «που ανηκει σε αλλους», συστηματικος χρηστης ηρωϊνης, συχνα βαπορακι ο ιδιος, ο χιπστερ αντιλαμβανονταν τη ζωη ως ένα αμειλικτο παρον, όπου η καθημερινη επιβιωση αποτελουσε το μονο αξιο λογου κατορθωμα.
Με μοναδικη παρηγορια του τα jam sessions, όπου μαυροι μουσικοι συναντιοντουσαν στα λιλιπουτεια μπαρ και επαιζαν ένα νέο ειδος «ξεφρενης μουσικης» με τον περιεργο τιτλο Μπιμποπ, μετατρεποντας την ανυπαρξια του αυριο σε μια θετικη αποδοχη του «ειμαι εδω και ειμαι τωρα…», ο μαυρος εξεγερμενος, που ακόμα δεν ειχε συνειδητοποιησει την εξεγερση του, καταφερνε να δωσει μια υποσταση στην κουρελιασμενη αξιοπρεπεια του.
Ο Τσαρλυ Μπερντ Παρκερ δεν επαιζε απλως μια φευγατη μουσικη, όπου σαξοφωνα, ντραμς, πιανα και κλαρινετα γινονταν τα λαβαρα ενός υπογειου κοσμου – εδινε, πανω απ όλα, ένα τοπο, όπου ο φτιαγμενος από την ηρωϊνη εξεγερμενος, μπορουσε να πατησει σε σταθερο εδαφος, όπως και ο οποιοσδηποτε λευκος.
Η Τζαζ ηταν, στην ουσια, η πρωτη συμφωνια ειρηνης μεταξυ λευκων και μαυρων.
«Υπαρχουμε στο εδώ και στο τωρα, επειδη δεν ειμαστε νεκροι, σαν αυτους εκει εξω…»
Στα τζαζ μπαρ της Νεας Υορκης, η αμερικανικη νεολαια του 50 λησμονησε τις διαφορες ρατσας και δερματος και αισθανθηκε για πρωτη φορα, ότι λευκος και μαυρος είναι εξισου θυματα ενός κοσμου βρυκολακων, που απαιτει να τρεφεται απο το αιμα οσων ακόμα επιμενουν να νιωθουν ζωντανοι.
Καπως ετσι φαινεται να ξεπηδησε ο λευκος Μπητνικ.
Ο αβρος διανοουμενος, ο ασυμβιβαστος ποιητης, ο καπνιστης μαριχουανας, ο ονειροπολος των δρομων, ο προαγγελος μιας επαναστασης, που δεν μπορουσε να δεχτει ότι καλο και κακο είναι αυτα που καθοριζει ο «μεσος ορος» και ο κάθε κυριος Τζοουνς….
Καπως ετσι φαινεται να γεννηθηκε και το «Ουρλιαχτο» του Αλλεν Γκισνμπεργκ, το, ποιημα που μαζι με το on the road του Τζακ Κερουακ, τη μπιμποπ του Τσαρλυ Παρκερ και την ντανταϊστικη αντιληψη περι τεχνης του «ενεργειακου» Τζακσον Πολλοκ, θα γινοντουσαν οι σημαιες μιας νεας επαναστασης.
Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΟΥΑΚ
Ο Τζακ Κερουακ συγγραφεας του on the road κι ενας από τους σημαντικοτερους εκφραστες της εμπειριας beat, δινει μια εναργη εκδοχη για τα πραγματα [αποσπασμα από το βιβλιο underground - εκδοσεις Οδυσσεας]
”…Οι χιπστερς, που η μουσικη τους ηταν η μποπ, φαινονταν αληταμπουρες αλλά μιλουσαν παντα για πραγματα που μου πηγαιναν…ηταν ολο μακριες περιγραφες από προσωπικες εμπειριες και ονειρα, που ο πολεμος μας ειχε στερησει, νυχτερινες εξομολογησεις γεματες ελπιδα, μουρμουρητα μιας καινουριας ψυχης [αλλα της ιδιας παντα ανθρωπινης ψυχης]
Ενας από δαυτους, λοιπον, ο Χανκ απ το Σικαγο, ηρθε καποτε και μου ειπε «Ειμαι beat φιλε…»
Δεν ξερω πως καταλαβα αμεσως τι εννοουσε…
Και γυρω στα 1948 όλα αρχισαν να παιρνουν μια μορφη.
Ηταν μια αγρια χρονια, γυριζαμε παρεες-παρεες στους δρομους, ουρλιαζαμε γεια και στεκομασταν να μιλησουμε με οποιον μας εριχνε ένα φιλικο βλεμμα…
Μεγαλο μερος της συγχυσης που δημιουργηθηκε σημερα ανάμεσα στους μπητνικς και στους χιπστερς, ξεκινα από το γεγονος ότι υπαρχουν δυο ειδη χιπστερ, ο cool και o hot. Ο cool είναι [ο μπητνικ] ο μουσατος σοφος που καθεται μπροστα σε ένα ποτηρι μπυρα, έχει φωνη σιγανη κι αναγωγη και μαυροντυμενα κοριτσια που δεν βγαζουν μιλια. Ο hot είναι ο τρελος με το σπινθηροβολο βλεμμα, ο φλυαρος που τρεχει από το ένα μπαρ στο μαλλο, ψαχνοντας τους παντες, φωναζοντας ανησυχος, προσπαθωντας να μπει στην παρεα των μπητνικς που τον αγνοουν…
Στα 1948, οι hot χιπστερς γυριζαν μ αυτοκινητο στυλ on the road αναζητωντας μια τζαζ φρενιασμενη, ολο ουρλιαχτα, ενώ οι cool καθονταν ακινητοι, μεσα σε νεκρικη σιωπη, μπροστα σε αναγνωρισμενα γκρουπ, όπως του Μαϊλς Ντεηβις…
Πανω-κατω τα ιδια γινονται και σημερα, με μονη διαφορα ότι [το κινημα beat] αρχισε να παιρνει τις διαστασεις μιας εθνικης γεννιας…»
Σε αδρες γραμμες λοιπον, καπως ετσι είναι η προσωπογραφια του μπητνικ – ενας αποδιωγμενος διανοουμενος, που ξενυχτα ακουοντας τζαζ, καπνιζει χασις και μαριχουανα [ενώ ο τρελαμενος χιπστερ, έχει υποδουλωθει στην ηρωϊνη] συζητα ατελειωτες ωρες για τον υπαρξιακο στοχασμο του Κιρκεγκωρ, για το νοημα της τεχνης όπως το εξεφρασαν οριακα οι ντανταϊστες και οι «ενεργειακοι καλλιτεχνες» στυλ Τζακσον Πολλοκ, βυθιζεται στο σεξ και στην ονειροποληση και προετοιμαζει μια παγκοσμια επανασταση κατω από τη μυτη των μπατσων, της αστικης οικογενειας, της μαμας του, του μπαμπα του και των λοιπων πεθαμενων, ενός κοσμου, που συνηθιζει να καμει ότι καμει, επειδη το καμει και ο κ. Τζοουνς…
--------------------------
Η ΓΕΝΝΙΑ BEAT ΚΑΙ Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ [ΓΡΑΦΕΙ Η ΓΙΟΥΛΑ ΑΓΑΠΑΚΗ]
Η αυγή του 20ου αι. πρόβαλε σε μια τρομαγμένη Ευρώπη όπου ήδη κυοφορούνταν οι διαδικασίες των μεγάλων ανατροπών, τόσο στον τρόπο ζωής, όσο και στον τρόπο του σκέπτεσθαι. Κανένας αιώνας ( εκτός ίσως από τον 15ο ) δε γνώρισε τόσο ριζικές ανατροπές. Και σίγουρα, κανένας αιώνας δε γνώρισε τόσο καταστρεπτικούς πολέμους.
Στα επαναστατικά κηρύγματα των αρχών του 20ου αιώνα δεν ανήκει μόνο το κήρυγμα του Μαρξ και του Λένιν ή η βιομηχανική επανάσταση του πρώιμου καπιταλισμού. Εξίσου βαθειά επιρροή είχε η πνευματική ανατροπή που έφερε το έργο του Φρόυντ, του Νίτσε, του Κίρκεγκωρ.
Σε δυναμική αλληλεξάρτηση με το έργο αυτών των στοχαστών αναπτύχθηκε παράλληλα και η επαναστατική διεργασία της μοντέρνας τέχνης.
Η γενιά beat είναι άρρηκτα δεμένη με την εμπειρία του να ζεις με την τέχνη και δια μέσου της τέχνης. Η λογοτεχνία, η μουσική, η ζωγραφική δεν είναι μια «ελιτιστική διαδικασία», που αφορά τις κάποιες ελεύθερες ώρες και, πολύ περισσότερο, τις προκαθορισμένες περιηγήσεις σε γκαλερί και σε μουσεία. Η τέχνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης συνθήκης – η εμπειρία του να είσαι παρών, με έναν τρόπο που νοηματοδοτεί αυτό το παρόν. Το κίνημα Νταντά, είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος γι αυτή ακριβώς τη θέαση του πράγματος, που περικλείει ένα νόημα, επειδή και μόνο υπάρχει [κεντρικός άξονας του Υπαρξιακού στοχασμού…]
Από το 1900-1950 η Ευρώπη συνταρασσόταν σε όλα τα πεδία της ζωής. Στο κοινωνικό, στο οικονομικό, στο πνευματικό. Από τον Λένιν ως τον Στάλιν, από τον Κάιζερ ως τον Χίτλερ, από τον Νίτσε ως τον Χάιντεγκερ, από τον Φρόυντ ως την Μέλανι Κλάιν, από τον Σεζάν ως τον Μπρετόν, από τον Στανισλάβσκυ ως τον Μπέκετ, από τον Προυστ ως τον Κάφκα, από τον Ντεμπυσύ ως τον Στραβίνσκι υπάρχει μια μακριά αλυσίδα πρωτόγνωρων υποσχέσεων και ριζικών απογοητεύσεων. Ποτέ πριν οι άνθρωποι δεν πίστεψαν τόσο σ έναν καλύτερο κόσμο και ποτέ πριν δεν έχασαν τόσο ριζικά την πίστη τους.
Το Dada αναφάνηκε μέσα σ έναν κόσμο, που είχε κιόλας χάσει τη βεβαιότητα στις απόλυτες αξίες του. Η ιδιαίτερη σημασία του δεν είναι μόνο για τα έργα τέχνης που άφησε, όσο για την ακρότητά του και την τραγική μοίρα των πρωτεργατών του. Ο Ντανταϊσμός ήτανε ουσιαστικά μια στάση ζωής, μια διαρκής αντίδραση στο καθιερωμένο και ως τέτοια, έπρεπε να είναι τραγική.
« Η τέχνη πέθανε » διακηρύσσει ένας τοίχος της Σορβόννης, αλλά πέθανε για να σηκωθεί απ τον τάφο της και να γίνει τέχνη της προπαγάνδας και των συνθημάτων που είναι γραμμένα στα πανό και στους τοίχους των πόλεων. Το κίνημα Dada ήταν ο προάγγελος των οργισμένων της δεκαετίας του ΄60 και προσεγγίζει περισσότερο από κάθε άλλο τους υπέροχους μπήτνικς.
Μια νέα λέξη [Νταντά] γεννήθηκε ( στα γαλλικά σημαίνει ψεύτικο άλογο, στα γερμανικά, αντίο, ξεφορτώσου με ), κανείς δεν ξέρει πως. Ίσως επιλέχθηκε τυχαία από τους ιδρυτές του κινήματος στη Ζυρίχη, καθώς έψαχναν ένα κατάλληλο όνομα για την τραγουδίστρια της διεθνούς παράστασης καμπαρέ που οργάνωναν.
Μια λέξη που δεν αισθάνεται τίποτα, δεν είναι τίποτα. Ένα τίποτα όπως ο χαμένος παράδεισος, το άδειο κιβώτιο ενός ονείρου. Οι ελπίδες μιας γενιάς μετέωρης…
Πίσω απ το κίνημα του Dada υπήρχε μια έντονη κοινωνική αναταραχή, ο πυρετός του πολέμου, ο ίδιος ο πόλεμος και τέλος η Ρωσική επανάσταση. Περισσότερο αναρχικοί παρά σοσιαλιστές, οι ντανταϊστές υιοθέτησαν το σύνθημα του Μπακούνιν : « η καταστροφή είναι κι αυτή, δημιουργία ». Η πρώτη συλλογική έκθεσή τους κατέληξε σε πραγματική μάχη στους ήσυχους έως τότε ελβετικούς δρόμους. Οι Ντανταϊστές, αν και στην αρχή αποτελούσαν απλώς μια ομάδα πρωτοποριακών συγγραφέων και καλλιτεχνών που ξεσηκώθηκαν κατά του πολέμου και δυσπιστούσαν για τον ρόλο τον οποίο είχαν καταντήσει να παίζουν η τέχνη και η λογοτεχνία, βαθμηδόν έλαβαν συνειδητά ανατρεπτικό ρόλο. Θέλοντας να σκανδαλίσουν την αστική τάξη, χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο που μπορούσε να επινοήσει μια μακάβρια φαντασία. Έφτιαχναν πίνακες από σκουπίδια και εξύψωναν σε αντικείμενα τέχνης σκανδαλιστικά αντικείμενα όπως σκάρες για μπουκάλια, εξαρτήματα μηχανών μέχρι και ουροδοχεία. Ο Ντυσάν έβαλε μουστάκι στη Μόνα Λίζα και ο Πικαμπιά ζωγράφισε παράλογες μηχανές με σκοπό να κοροϊδέψει την αισθητική παράδοση και τους κανόνες μιας συμβατικής κοινωνίας. Το έργο του « το παιδί καρμπυρατέρ» βασίζεται στο σχέδιο ενός καρμπυρατέρ αυτοκινήτου που έχει επαναπροσδιοριστεί με τέτοιο τρόπο ώστε τα διάφορα μέρη του καρμπυρατέρ να αναπαριστούν τα αντρικά και τα γυναικεία γεννητικά όργανα. Η Ντανταϊστική τέχνη, καίτοι πνευματώδης, είναι κατά βάση μηδενιστική από την άποψη ότι αρνείται στη ζωή κάθε είδους εγγενή αξία, νόημα ή σκοπό. Το παιδί καρμπυρατέρ υποδηλώνει έναν κόσμο που λειτουργεί μηχανιστικά, όπως μια μηχανή αυτοκινήτου, από την οποία δημιουργούνται παιδιά μέσω ασυνείδητων και μηχανιστικών σεξουαλικών πράξεων.
Κορυφαία μορφή του Ντανταϊσμού αναδείχτηκε ο Tristan Tzara, πρώην πυγμάχος – κατά περίσταση ζωγράφος, λογοτέχνης, ηθοποιός, φιλόσοφος. Μέσα σ ένα κλίμα εσκεμμένου παραλογισμού αλλά και πλούσιας εφευρετικότητας και χιούμορ, ανάμεσα σε απαγγελίες ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα, κάτω από τον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών, πλάι σε γκρεμισμένα καδρόνια και σπασμένους γλόμπους – το σκηνικό του Cabaret Voltaire , εξέδωσε στις 3 Φεβρουαρίου 1918 το Μανιφέστο του κινήματος : “ Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω, τι εννοώ, γιατί μισώ τον κοινό νου. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή “.
Αυτό το διάστημα, δύο κύριες τάσεις επικρατούν στη ζωγραφική. Η ζωγραφική της δράσης και η ζωγραφική του χρωματικού πεδίου. Εισηγητής των τάσεων αυτών είναι ο Τζάκσον Πόλοκ. Στην action painting , όπως λέγεται η ζωγραφική της δράσης ή ενεργειακή ζωγραφική, δεν υπάρχουν αντικείμενα στα έργα γιατί αντικείμενα είναι τα ίδια τα συναισθήματα. Η πρόκληση του καλλιτέχνη είναι η διαδραμάτιση μέσω της τοποθέτησης του χρώματος και η εξωτερίκευση της εσωτερικής του φωνής μ ένα κομμάτι της ψυχής του . Χωρίς πινέλα και καβαλέτα. Η μέθοδός του έχει γίνει θρύλος: ο μουσαμάς στρωμένος στο πάτωμα, τα ραβδιά, τα μυστριά, τα μαχαίρια που χρησιμοποιεί, τα υγρά που αφήνει να πέφτουν, ή άμμος, τα σπασμένα γυαλιά. Και ο ίδιος, να γυρνάει γύρω απ το μουσαμά, να πατάει πάνω του, να στάζει ντούκο, χρώμα αλουμινίου ή σμαλτόχρωμα, με όλο το σώμα του να συμμετέχει κατά τη διάρκεια της ζωγραφικής. Οι κινήσεις του είναι ουσιαστικά μια αυτόματη γραφή του σώματος που αναδεικνύει τη φαντασία και την αγωνία του.
Οι κριτικές που έπαιρνε ήταν αμφιλεγόμενες καθώς το έργο του χαρακτηριζόταν απλώς ως ένα καλλιτεχνικό καπρίτσιο, ενίοτε εμπνευσμένο απ τη μέθη που του προκαλούσε το αλκοόλ. Αυτό όμως που φαίνεται τυχαίο, στην ουσία δεν είναι, πέρα απ το αν ο κοινός θεατής αδυνατεί να το καταλάβει και πόσο μάλλον να το δεχτεί. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στους πίνακες του Πόλοκ. Ο καλλιτέχνης αυτοσχεδιάζει αλλά ταυτόχρονα έχει και μια γενική αίσθηση του στόχου του. Συμμετέχει στη δημιουργία του έργου αλλά και κατευθύνεται απ αυτό. Και φυσικά κανένας αλκοολισμός δεν μπορεί να μετατρέψει τον οποιονδήποτε σε καλλιτέχνη.
Το 1956 ο Πόλοκ άφησε την τελευταία του πνοή σε αυτοκινητικό δυστύχημα, καθώς καρφώθηκε σ ένα δέντρο , μεθυσμένος για άλλη μία και τελευταία φορά. Φαίνεται όμως πως προηγουμένως είχε βρει με τη ζωγραφική το μυστικό που θα τον λύτρωνε.
Αυτό ήταν το Dada,… ένα κίνημα σαν κίνηση μονομάχου.
Ένα παιχνίδι με τα κατάλοιπα της αθλιότητας.
Μια δημόσια διακωμώδηση και εκτέλεση της συμβατικότητας και της ψευτοηθικής.
Καταστρεπτικό μαζί και δημιουργικό,
Επιπόλαιο και ταυτόχρονα σοβαρό
Παράλογο – υπέροχα παράλογο…
keep walking....
ΑπάντησηΔιαγραφήμε πολλη πολλη αγαπη
θ.α.π.